Η ποίηση, η φιλοσοφία, ίσως κι η μουσική
είναι μια αναρρίχηση του σώματος
βαθιά μέσα στο πνεύμα.

Οι σιωπές των κραυγαλέων, 2009

Follow me at:

Facebook, Instagram, Vimeo

Νέα έκδοση

Νέα έκδοση
On the transformation of the form: Herbert Marcuse and the Counterculture in the American 60s

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Βιβλιοπαρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ηλία Βαγενά "Ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες"

 




Ηλία Βαγενά, Ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες,

Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα, 2026


Η ποιητική συλλογή του Ηλία Βαγενά «Ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες» (εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες, 2025) έχει το μοναδικό προνόμιο να χτίζεται αφηγηματικά πάνω σε αντιθέσεις που βάζουν τον αναγνώστη σε ένα συνεχές μπρος-πίσω στον εσωτερικό χρόνο του συγγραφέα και σε ένα συνεχές μέσα-έξω στον δικό του ψυχικό χρόνο. Ένα συνεχές μέσα-έξω από το θλιβερό στο σωτήριο κι από το «στάσιμο» του χρονικού τώρα στην μέλλουσα ουτοπική «πάροδο» δένει σε αφηγηματική ροή την υποκειμενική διάσταση του βιώματος και του συναισθήματος με τις αντικειμενικές αξιώσεις μιας μεταβαλλόμενης κατάστασης που δεν παρακολουθούμε ως παρατηρητές αλλά κυριολεκτικά εν κινήσει. Όλο αυτό ήδη θεματοποιείται στα πρώτα κιόλας ποιήματα: ο θάνατος – η ουτοπία – η ευτυχία.

Η μάνα (εντός και εκτός εισαγωγικών) ίσως είναι η απόλυτη έννοια που διαπερνάει τους τρεις αυτούς νοηματικούς κόσμους. Η μάνα έχει και υπαρκτική και συμβολική διάσταση. Στην μάνα μέσω της βίωσης και της ενθύμησης της απώλειας θα επανέλθει πολλές φορές ο συγγραφέας ως πληγή που άνοιξε χωρίς να κλείνει από καμιά χρονικότητα. Η μάνα βέβαια είναι «πραγματική» (πώς αλλιώς;) όπως ο θάνατος, είναι συνάμα συμβολική όπως η ουτοπία, είναι τέλος αφηγηματική ενδοσκόπηση όπως η ευτυχία όλα μαζί η παιδική ηλικία του συγγραφέα ως πληγή που άνοιξε αλλά την επιθυμεί ακόμα ανοιχτή.

Πόσο πιο παραστατικά να μεταδώσει τον θάνατο όχι μόνο ως τραύμα αυτού που έμεινε πίσω αλλά και από την οπτική του ίδιου του θανόντος με τις λέξεις «λουλούδι» και «μονάχος»; Στο ποίημα Λουλούδι το λουλούδι μόνο ως πραγματικό της μάνας και για τη μάνα μπορεί να νοηθεί, αφενός πίσω στον χρόνο («“το λουλούδι, πρόσεχε το λουλούδι” φώναζε η μάνα») και ταυτόχρονα στο τώρα (που το λουλούδι «κομματιάστηκε στα μικρά της χέρια γέρικο κι εκείνο, του τάφου της στολίδι τώρα πια»). Η λέξη «μονάχος» συνοδεύει όλο το νόημα του ποιήματος που φεύγει από την ανθρώπινη κατάσταση (λουλούδι μονάχο/ θάλασσα μονάχη) για να νοηματοδοτήσει αλληγορικά αυτόν τον σταθερό χρόνο που όπως στη φύση μεταστοιχειώνεται τώρα στην ίδια την ανθρώπινη κατάσταση. Αυτό το άρρητο της μοναχικότητας στην πραγματική ζωή έρχεται τώρα να λεκτικοποιηθεί (στην ποίηση) ως το άλλο μισό του λουλουδιού, το ίδιο και πάλι πραγματικό, το ίδιο κυριολεκτικό ώστε μόνο υπό την κυριολεξία ενός μοιρολογιού μπορούν τελικά να προσληφθούν νοηματικά οι συγκεκριμένες λέξεις-έννοιες.

Το δεύτερο σχήμα, αυτό της ουτοπίας, το βλέπουμε στο ποίημα Πατησίων. Εδώ τώρα ο λόγος τείνει προς τη μεταφορά. Η ουτοπία λειτουργεί αντίστροφα από τον θάνατο, όπως δηλ. τη φανταζόμαστε ιδεατώς ανοιχτή: «η φαντασία μας να συνθλίβει τις βιτρίνες ψεύτικων ανθρώπων/ ο ουρανός να βρέχει νοήματα/ [αλλά και] στις παρόδους μπάτσοι φυλακισμένοι στο κενό τους». Στο ουτοπικό επανέρχεται επίσης πολλές φορές ο ποιητής. Πολύ χαρακτηριστικό το ποίημα Θα λέμε όπου η πληθυντικότητα παίζει ένας κυρίαρχο ρόλο, αφενός παιδαγωγικό αφετέρου οραματικό (η Μαρίνα μαθαίνει τώρα τους αριθμούς με γράμματα κόντρα στα «αριθμητικά μυαλά τους», ανακατεύει όλες τις γλώσσες, μαθαίνει μια αντινομοθεσία Αγάπης «Ένα ίσον Αγάπη και Άπειρο ίσον Αγάπη/ Άλφα ίσον Αγάπη και Ωμέγα ίσον Αγάπη»). Διαδοχικά επίπεδα πληθυντικής ουσίας.

Η συλλογή παίρνει τον τίτλο της από το τρίτο σχήμα, αυτό της ευτυχίας. Η δική του «ευτυχία», του ποιητή, ξεδιπλώνεται ως σκεπτόμενο υποκείμενο (και όχι ως στιγμή) ασκώντας κριτική: στους «σταθερούς οικογενειάρχες», στους «δυστυχείς» με τις «γύψινες γλώσσες», στους «εθνικά ανήκοντες» αλλά τελικά επιστρέφει ως ανατροπή. Αντιθετικά (από νοηματικής άποψης) και σε σχήμα κύκλου (από ποιητικής αρχιτεκτονικής): «ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες».

Στα τρία αυτά επίπεδα θαρρώ πως αποκρυπτογραφείται ο ποιητικός κόσμος του Ηλία Βαγενά. Βίωσε τον θάνατο διά της πανταχού ανοιχτής παιδικής ηλικίας (που δεν πεθαίνει), φαντάστηκε – ερωτεύτηκε – αποστάτησε μέσα στον λαβύρινθο της μεγάλης ουτοπίας των μεγάλων δρόμων, επέστρεψε μέσα στο μπρος-πίσω και το μέσα-έξω του ψυχικού χρόνου από εκεί που ξεκίνησε. Στην παιδική ηλικία ως μνήμη και ως υπόσχεση, ως ιδανική πίστη κι ευτυχία (ενάντια στο παράδοξο της αλλοτρίωσης) που φαντάζεται ακόμα. Εξ ου και ο εξανθρωπισμός της ευτυχίας (που αλλοτριώθηκε).

Γι’ αυτό τη συλλογή του Βαγενά πρέπει να τη διαβάσουμε σε βάθος μόνο αν θέλουμε να δούμε με ειλικρίνεια τον εαυτό μας μέσα στις αντιθέσεις του, μέσα στις πολλαπλώς διαστρωματωμένες ηδονές μας, τέλος μέσα στο αναπόδραστο αίνιγμα του θανάτου. Χρησιμοποιώντας τους στίχους του θα δώσω ποιητικά το παραπάνω συμπέρασμα, όπως εγώ διάβασα τη συλλογή, όπως αισθάνθηκα να επενεργεί μέσα μου αυτό το τρίπτυχο.


Άκου ποιητή,

τα ξυράφια είναι παλιά μα οι φόβοι καινούριοι. Ο ήλιος δεν φτάνει εδώ. Έρποντας έφτασα. Σ’ ακούω. Έκοψες το καλώδιο του τηλεφώνου. Μα σ’ ακούω ακόμα. Τις παρουσίες έκοψες. Τα γλέντια. Τις πόζες. Κράτησες μόνο τη βαριά ανάσα της εφηβείας. Οι φόβοι ματώνουν στον πρώτο χτύπο μιας εφήμερης λέξης. Ακούω τη λέξη. Ευτυχείς;

Σ’ ακούω όταν μιλάς στη μάνα. Όταν παραφέρεσαι. Με γραφόμενα και λεχθέντα πιασμένα χειροπόδαρα. Όταν μαθαίνεις στη Μαρίνα την ΑΒ. Με αριθμούς, με άστρα ή κλειδοσκόπια. Όταν βλέπεις τον πατέρα σ’ ακούω. Όταν μετράς τις γουλιές στο καφενείο. Όταν αλλάζουν τα χρώματα στα μάτια του. Όταν αλλάζει θέσεις. Όταν πίνεις απ’ τον καφέ του. Όταν οι θέσεις μένουν κενές. Σε κάθε λέξη που είναι πιασμένη χειροπόδαρα. Α! Και στο χρώμα τ’ ουρανού. Σε νιώθω στην μεταφυσική των παλμών. Στο κοσμικό σου άγχος. Στην εφημερία των λέξεων. Στα νεκρά λουλούδια. Στα όνειρα. Στην Πατησίων. Τα όνειρα; Στην πυρά! Προϋπαντήσεις πόνου. Μας περιμένει η πραγματικότητα των μηχανών εκεί πάνω. Των συμβολαίων και των στεφάνων. Από κάτω η ουτοπία. Εκεί καταλαβαίνω τις λέξεις σου. Πιασμένες χειροπόδαρα. Στο λιοπύρι του χειμώνα. Στα γεμάτα υγρασία φιλιά. Εκεί νιώθω τις λέξεις σου. Όταν βγαίνω από την ουτοπία που έσκαψες. Σαν αρουραίος της μνήμης.


Χρήστος Νεδελκόπουλος

Αθήνα, καλοκαίρι 2026


Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Νέα έκδοση

 Το νέο μου βιβλίο ήδη κυκλοφορεί,

στην έντυπη μορφή του στη Γερμανία 

και στην ψηφιακή σε όλο τον κόσμο. 

Όσοι και όσες θέλετε να το προμηθευτείτε, 

ακολουθήστε τον σύνδεσμο του εκδοτικού οίκου:

https://www.logos-verlag.com/cgi-bin/engbuchmid?isbn=5847&lng=eng&id=


Εναλλακτικά, διεθνείς πλατφόρμες της επιλογής σας.


Πολλές ευχαριστίες στις Εκδόσεις Λόγος (Logos Verlag, Βερολίνο) και φυσικά στην

International Herbert Marcuse Society (Η.Π.Α.)





Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

Για τα "Τσιγάρα" του Περίδη, με αφορμή μια φωτογραφία...

 


 

 

Αυτή η φωτογραφία που βρέθηκε τυχαία μπροστά μου                                                   Ορφέας Περίδης,  "Τα τσιγάρα" 

(την δημοσίευσε ο Πασχαλίδης) ήταν η αιτία του                                                                    Αχ ψυχή μου φαντασμένη

μικρού σημειώματος για τον Ορφέα                                                                                                        1993


      Christos Nedelkopoulos 

                   Facebook
                    07/2025


Κυριακή 22 Ιουνίου 2025

Κριτική βιβλίου: Η σάρκα στάζει στο μπαλκόνι, εκδ. Έναστρον (ποίηση)

 Αναδημοσιεύω την κριτική στην ποιητική συλλογή της Αφροδίτης Κατσαδούρη

Δημοσιευθείσα στις Αναγνώσεις της Αυγής

25/08/2024



Προσεγγίζοντας τη νέα ποιητική συλλογή της Αφροδίτης Κατσαδούρη, αν και χωρίς σαφή περιεχόμενα, ωστόσο θα έκανα τον εξής τριμερή θεματικό χωρισμό: εσωτερικότητα του υποκειμένου, κριτική της επικαιρότητας, αναστοχασμός (το τρίτο ενυπάρχει στα προηγούμενα δύο αλλά αυτονομείται ταυτόχρονα στο καταληκτικό motto). Ας τα πάρω λοιπόν ένα-ένα.
Στις εσωτερικές της στιγμές φανερώνει το αδιέξοδο που είναι πολλαπλό αλλά κατά βάθος διαπροσωπικό, όταν μες την ολόγιομη άνοιξη [σου στέλνουν] εικονικά λουλούδια, αλλά (ως εκ τούτου) και ψυχικό-υπαρξιακό, όταν επικαλείται τον Άμλετ της σελήνης, για να την νιώσουμε ψυχικά, διατηρώντας στο ποιητικό κλίμα πρωταρχικά και υπόρρητα τον ίδιο τον Άμλετ ( to be, or not to be?) αλλά και ρητά εκείνον της σελήνης (που λέει: έτσι κι αλλιώς ο κόσμος παντού είναι τεκές)· και με τα δικά της λόγια ο δικός της εσωτερικός Άμλετ της σελήνης (και ολόκληρος μία τελεία):
Χαρούμενη/ σαν δρομική/ ξελιγωμένη/ κόρνα/ ξέφρενης/ Παρασκευής/ στις μεγάλες λεωφόρους/ και/ πένθιμη/ σαν λυπημένο/ νιαούρισμα/ εγκλωβισμένου γάτου/ στο ρετιρέ του πέμπτου/ - το ίδιο βράδυ.    
Αφορμώμενη από την επικαιρότητα, ασκεί κριτική σε διάφορα θέματα της κοινωνικής ζωής. Εμφανής είναι η κριτική στις δημοσιογραφικές πρακτικές, χαρακτηριστικό το Δύο σταθμά, όπου οι δημοσιογράφοι «μπερδεύουν τη γλώσσα» τους και άθελά της (;) μας κάνει να σκεφτόμαστε τα Τέμπη, σε ένα ποίημα που αναμειγνύονται δημοσιογραφικές «ατασθαλίες», βαγόνια και λαμπαδιασμένοι, ενώ στο Αδωνικό, όπου μας περιμένουν 13 ώρες δουλειάς, ο παράταιρος τίτλος προκαλεί επίσης πολιτικούς συνειρμούς. Το πιο ενδιαφέρον θεματολογικά, όμως, και δη ποιητικά, είναι η πρόθεση αναστοχαστικότητας (διά του ποιείν). Εδώ ενέχεται ιστορικότητα και αινιγματικότητα, με τα γλωσσικά παίγνια να είναι τουλάχιστον ενάρετα.
Η διάσταση αυτή είναι πρώτα απ’ όλα περικειμενική. Η συλλογή αφιερώνεται στους μεροκάματους που λαχταράνε ακόμη, όπου είναι προφανής λεκτικά η υποκειμενικοποίηση του υλικού αντικειμένου, ενώ στους Μπολσεβίκους, οι φράσεις ένοπλος αγώνας, και με το στόμα σου μαρτυρούν μια υποστρωματική ψυχαναλυτική διείσδυση στην ανεδαφική «επανάσταση» του υποκειμένου εντός μεταφορικών και ταυτόχρονα σεξουαλικών συμφραζομένων (Η δεύτερη Οκτωβριανή Επανάσταση θα συντελεστεί όταν τα -μη- αρχίσουν τον ένοπλο αγώνα με το στόμα σου). Εδώ, εντέχνως κωδικοποιημένα, αμφισβητείται, πίσω από τις ειρωνικές συνδηλώσεις, η συνοχή της μεταμοντέρνας εξίσωσης των νέο-υποκειμένων.

Για επίλογο, θα ήθελα να κρατήσω δύο καταληκτικά σχόλια. Η Κατσαδούρη στέκεται φεμινιστικά απέναντι στην εποχή της αλλά όχι διαμαρτυρόμενη. Η ποίησή της είναι περισσότερο διανοητική παρά στιλάτη. Εδώ το «φεμινιστικά» έχει ειδικό νόημα. Δεν γράφει συνθηματικά. Αποκαλύπτει κοινωνικο-πολιτικά το ίδιο το πρόβλημα, απαιτεί να το συνειδητοποιήσουμε ως τέτοιο, ωθεί τη γυναίκα να αντισταθεί ιστορικά. Κι εδώ είναι ίσως το σημείο, όπου το επίκαιρο υποχωρεί μπροστά στο διαχρονικό: βλέπει τη γυναίκα εντός της διαχρονίας του ταξικού πολέμου και ωθεί προς έναν φεμινιστικό διαφωτισμό. Εδώ, ορθώνεται ως σωματικό και ως ποιητικό υποκείμενο κι εδώ η ποιητική της έχει βαρύνουσα χρονικότητα. Με τις νεωτερικές εκδοχές με αφμ και τατουάζ στο στήθος της Ελένης και της Πηνελόπης, τις δραπετεύει από την περίφραξη της προ-κλασικής αρχαιότητας. Οι γυναίκες-σύμβολα της ομηρικής ανθρωπολογίας καταδεικνύονται βέβαια ως παρένθετες γυναίκες, καταδεικνύεται όμως και η ίδια η διάρκεια της παρένθεσης. Μια παρένθεση που συνέχει συνάμα την ανθρωπολογία της καπιταλιστικής πατριαρχίας. Αυτό το νοηματικό και συμβολικό πέρασμα μεταξύ των χρόνων από το αρχαϊκό στο καπιταλιστικό είναι βαθιά διαφωτιστικό, κραυγάζει μετα-στοιχειώσεις, το me too μεταστοιχειώνεται σε against the: τότε, τώρα αλλά και σε έναν μέλλοντα πολύ συντελεσμένο (όπως θα μας πει αλλού). Αυτό είναι το πρώτο συνολικό μου σχόλιο, άξιο ειδικότερης αναφοράς. Το δεύτερο είναι ότι η Κατσαδούρη κλείνει (αντί να αρχίζει) με ένα motto: η ποίηση είναι τελικά το αθενές φύλο. Δεν ξέρω αν, για λόγους ποιητικής νοηματοδοσίας, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κοινωνικά την αποκάλυψη της έννοιας του «ασθενούς φύλου» στην ποίηση αλλά εικάζω ότι εδώ πρόκειται για μία από τις νοηματικές αντιθέσεις του μυαλού της: το άλλο το ισχυρό φύλο πρέπει να είναι η πραγματικότητα. Αν, όντως, φτάνω εκεί απ’ όπου εκκινεί η σκέψη της, τότε η Κατσαδούρη μια τέτοια ποίηση την υπηρέτησε πιστά, ως μια ευάλωτη ύπαρξη που ψάχνει καταφύγιο (για να θυμηθούμε τον Καρυωτάκη) αλλά την υπηρέτησε και ως κοινωνικό υποκείμενο εντός της ιστορικότητας και της σωματοποίησής της. Γι’ αυτό κι εγώ, εδώ ρητώς παρεμβαίνω στα λεχθέντα της ποιήτριας: αν η ποίηση στη μια μεριά της δεν είναι παρά το ασθενές φύλο της πραγματικότητας, στην άλλη γίνεται το σθεναρό φύλο της ουτοπίας.
Για να στο θέσω, λοιπόν, Αφροδίτη ευθέως: εδώ προκύπτει το πραγματικό ερώτημα της συλλογής σου∙ γιατί υγροποίησες τη σάρκα; Μάλλον για να αναστοχαστείς τη διττή οντολογία του κόσμου μας: την πραγματική/ εφιαλτική του οντότητα (συμβολικά σαρκική – οντολογικά χωρική) αλλά και την ουτοπική/δυστοπική δύναμη της ποίησης (αφενός ψυχική – αφετέρου, οντολογικά, χρονική). Γι’ αυτό μάλλον την υγροποίησες, για να μας δώσεις την αφήγηση, πριν ακόμα μας αφηγηθείς τη δυνητική φυγή σου, που, έτσι κι αλλιώς, θα επιστρέψει. Το συμβολικό και το οντολογικό διαπλέκονται, όπως και το φανταστικό με το πραγματικό. Γι’ αυτό στάζει η σάρκα μας νερό, όπως λες. Και δεν είναι το ερκοντίσιον.
 
του 
Χρήστου Νεδελκόπουλου

Αθήνα, 2024 

Anselm Kiefer, Ignis sacer, 2014, γυαλί, μέταλλο, άμμος, ηφαιστειακή πέτρα, γύψος και φύλλα χρυσού, 190 x 80 x 70 εκ. Φωτ. Στάθης Μαμαλάκης


Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Marcuse: Εξέγερση, Αναρχισμός, Μοναξιά

Η συνέντευξη αυτή του Μαρκούζε μεταφράστηκε από τις εκδόσεις Ρόμβος, εννοείται ότι δεν πρόκειται να την βρείτε πουθενά. Εδώ το "Δοκίμιο για την Απελέυθέρωση" δεν επανακδίδεται παρ' όλο που είναι εκ των κορυφαίων σε επιρροή κειμένων του. Την πρωτοβουλία διακίνησης της συνέντευξης ανέλαβε ο Ελευθεριακός και εγώ αναδημοσιεύω από το κανάλι του στο youtube: 

https://www.youtube.com/@ELEYTHERIAKOS


Βλ. επίσης 


Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Ένα μακρύ cut-up (απόσπασμα)

«Τι γυρεύεις στη Λάρισα εσύ ένας Υδραίος»; Σε καλωσορίζω λοιπόν με τις λέξεις σου —ακόμα κι αν είναι κώδικες— «μπας και μπορέσω μες απ’ τα μάτια σου να δω τον εαυτό μου». 

Κράτα τη μνήμη ζωντανή ποιητή να εισχωρήσει στη γεωγραφία σου η απουσία μας. Χαρτογράφησε την απουσία σου, να δούμε στο τέλος τι απουσιάζει. «Κάθε τόπος που πατάς δεν είναι πια εκεί». Μέσα στο κοσμικό ρευστό σου δέσε τη γη μας. 

Μετανάστευσε σε άλλες συντεταγμένες/ Απ’ όπου κι αν πέρασες έχτισα ένα ναυάγιο

Έλα με τις λέξεις σου/ «Το Ιόνιο πέλαγος ολόγυρά μας» όπως σου μίλησε κάποτε ο Καβάφης

Έλα με τις δικές σου οδούς/ Με τη δική σου Μόνα Λίζα, τη δική σου Λάρισα, τον δικό σου Μιχάλη Κατσαρό, όπου κι αν δείχνουν...

Έλα όμως και με τον δικό σου υπαρξισμό τον αχαρτογράφητο («η ζωή μας δραπετεύει μαζί μ’ αυτά που αφήσαμε ενέχυρο για να ζήσουμε») και με τις δικές σου καταστάσεις — τα διαρκή παρόντα σου και τις στατικές απουσίες σου («εδώ που πατάς δεν είναι πια εδώ»).

Όσο για μένα, έρχομαι με τις δικές μου λέξεις, στη μέση ενός καλοκαιριού αποκαθιστώντας τη μνήμη. Ήρθα με κάτι απ’ τα συνθήματα των καταστασιακών αλλά με τη γραφή ενός William Burroughs. Με ένα μακρύ cut-up να σε συναντήσω. 

Αναρωτιέμαι τι θα ’χαμε απογίνει όλοι εμείς οι απόκληροι του έρωτα/
βράδια στεγνά στο κρεβάτι μόνοι –ξάγρυπνοι ως το πρωί– χωρίς τη γλώσσα/
Χωρίς τη γλώσσα/ αυτή την ύψιστη μορφή της πορνογραφίας

Ξέρεις, η γλώσσα έχει κι αυτή πολλές συντεταγμένες. Αναγνωρίζει πάντα / μιλάει στο παρόν και τον ενεστώτα. Εδώ σ’ αυτό το ποίημα έρπεις υπόρρητα μεταξύ παρελθόντος και παρόντος γιατί ό,τι και να απογίναμε δεν έχουμε ακόμα απογίνει. Έχει κι άλλες συντεταγμένες η γλώσσα. Έχει και τις ύψιστες μορφές της. Ποιητικές – πορνογραφικές – αυτοστοχαστικές απουσίες του παρόντος.

Με τα ερωτήματα αυτά ανοιχτά σε καλωσορίζω στη δεύτερη φάση της ποιητικής σου. Αυτής που υπόσχεται να γεωγραφήσει την απουσία.



Αποσπάσματα από ένα cut-up βασισμένο στην ποιητική συλλογή του Σ. Λυκουργιώτη "Γεωγραφίες της Απουσίας". Το πλήρες κείμενο δημοσιεύτηκε στον Μανδραγόρα τον Σεπτέμβρη 2022. Ωστόσο πρόκειται για ποιητική περφόρμανς που έλαβε χώρα ως παρέμβαση τον Δεκέμβρη του 2021 στο Μεταξουργείο, στο Θέατρο Άττις-Νέος Χώρος.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025